Αντικείμενο εντατικής ανάλυσης μεταξύ κυβερνήσεων και αναλυτών είναι η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς οι προσδοκίες για διπλωματική αποκλιμάκωση στην κρίση ΗΠΑ-Ιράν πυροδοτούν ερωτήματα σχετικά με την ταχύτητα ανόρθωσης της οικονομίας. Οι ενδείξεις αρχικά φαίνονται ενθαρρυντικές: η τιμή του Brent υποχωρεί, τα χρηματιστήρια δείχνουν ανοδικές τάσεις, και οι αποδόσεις ομολόγων αρχίζουν να δείχνουν σημάδια βελτίωσης. Ωστόσο, η véritable πρόκληση παραμένει βαθύτερη, με τις βαριές συνέπειες της κρίσης να έχουν ήδη επηρεάσει την πραγματική οικονομία. Ιστορικά, τέτοιες κρίσεις δεν εξαφανίζουν γρήγορα τα ίχνη τους.
Ο πραγματικός κίνδυνος έγκειται στο γεγονός ότι οι πληγές της οικονομίας μπορεί να παραμείνουν ανοικτές για μήνες ή και χρόνια. Εκτιμήσεις υποδεικνύουν ότι η πλήρης απορρόφηση του σοκ μπορεί να απαιτήσει 12 έως 24 μήνες, ακόμα και αν η γεωπολιτική κρίση τελειώσει άμεσα και τα Στενά του Ορμούζ ξανανοίξουν. Σε πρόσφατη ανάλυσή της, η Citi προειδοποιεί πως οι δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό και την κατανάλωση εμφανίζονται με σημαντική καθυστέρηση. Σημαντικές οικονομικές αναλύσεις καταδεικνύουν ότι ενώ οι αγορές μπορεί να αντιδράσουν γρήγορα στην ειρηνική κατάσταση, η πραγματική οικονομία ακολουθεί με μεγαλύτερη καθυστέρηση.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τις κυβερνήσεις είναι ότι ο πληθωρισμός δεν αντικατοπτρίζει άμεσα τις μεταβολές στις αγορές.
Αρχικά σημάδια αποκλιμάκωσης
Στην αρχή, η αποκλιμάκωση αναμένεται να έχει θετικό αντίκτυπο στην κίνηση της αγοράς, με τις τιμές για το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να φαντάζουν πιο προσιτές. Πολλοί αναλυτές θεωρούν πιθανό ότι μια σταθερή τάση αποκλιμάκωσης θα μπορούσε να περιστείλει την τιμή του Brent κάτω από τα 90 δολάρια σύντομα. Ωστόσο, η φυσική αγορά έχει ήδη επηρεαστεί σοβαρά, όπως υποδεικνύει η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας, που καταγράφει σημαντικές μειώσεις στα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου λόγω των διαταραχών στις θαλάσσιες ροές και της αποθεματοποίησης από κράτη και εταιρείες. Δράσεις από μεγάλες οικονομίες, που αγόραζαν μαζικά LNG και καύσιμα, αναδεικνύουν την προετοιμασία τους για το ενδεχόμενο παράτασης της κρίσης.
Αυτό το στοιχείο υποδεικνύει ότι ακόμα και σε περίπτωση ειρηνικής λύσης, η αγορά θα χρειαστεί χρόνο για να αποκαταστήσει τα αποθέματα και να επαναφέρει ισορροπία στις ροές, με συνέπειες στην ασφάλιση και τις ναυλώσεις, που δεν θα επιστρέψουν άμεσα στα προγενέστερα επίπεδα. Η αμυντική στάση των εισαγωγέων θα διαρκέσει μέχρι να διαπιστωθεί ότι η κρίση έχει λήξει.
Εντούτοις, ο επιμένων πληθωρισμός δημιουργεί προκλήσεις, καθώς οι επιδράσεις του ενεργειακού σοκ γίνονται ορατές με καθυστέρηση, επιβαρύνοντας πρώτα τις τιμές των καυσίμων και του ηλεκτρισμού, και στη συνέχεια μεταφέρονται σε άλλους τομείς όπως οι μεταφορές και η βιομηχανία. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έχει προειδοποιήσει για την πιθανότητα συνεχών επιπτώσεων από το ενεργειακό σοκ, οι οποίες μπορεί να διαρκέσουν μήνες μετά την αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών. Πιο συγκεκριμένα, η κρατική πίεση θα μπορούσε να συντηρηθεί αν οι προσδοκίες για τις αυξήσεις τιμών μονιμοποιηθούν.
Η JP Morgan έχει επισημάνει ότι ενώ η λήξη των εχθροπραξιών μπορεί να επιταχύνει την αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού, αυτό δεν ισχύει απαραιτήτως και για τον δομικό πληθωρισμό.
Η πρόκληση για κεντρικές τράπεζες
Στην ΕΚΤ, οι συζητήσεις γύρω από το πότε θα μπορούσε να κάνουν ουσιαστική αναστολή της νομισματικής πολιτικής σε περίπτωση ειρηνικής συμφωνίας βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη. Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, αναμένεται ότι η Φρανκφούρτη θα περιμένει κάποιους μήνες πριν αποφασίσει για οποιαδήποτε αλλαγή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ΕΚΤ ανησυχεί όχι μόνο για το ζήτημα της ενέργειας αλλά και για την πιθανή μετάδοση της κρίσης στους μισθούς και τις διεθνείς προσδοκίες.
Στο τελευταίο σημείωμα της JP Morgan προς επενδυτές αναφέρεται ότι οι επιπτώσεις από μια λήξη του πολέμου ενδέχεται να μην ελαφρύνουν τον δομικό πληθωρισμό, αφήνοντας το κόστος χρήματος υψηλότερο για πιο παρατεταμένο διάστημα από ότι περιμέναν οι αγορές. Αυτό έχει εξέχουσα σημασία για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να αναζητούν ακριβή χρηματοδότηση και οι κυβερνήσεις επιβαρύνονται με μεγαλύτερο κόστος δανεισμού.
Αξιωματούχοι στις Βρυξέλλες ανησυχούν έτσι και για την διάρκεια των συνεπειών του πολέμου, πέρα από την καθαυτή χρονική διάρκεια των συγκρούσεων. Είναι σαφές ότι:
- τα ενεργειακά αποθέματα πρέπει να ανανεωθούν
- οι κρατικές δαπάνες έχουν ήδη εκτοξευθεί
- αδυνατούν να αποσυρθούν οι επιδοτήσεις σε πολιτικό επίπεδο
- η βιομηχανία ζητά επιπλέον στήριξη
- οι αμυντικές δαπάνες για την Ευρώπη θα παραμείνουν στα ύψη.
Αυτό σημαίνει ότι ανεξάρτητα από την έκβαση του πολέμου, η Ευρώπη θα συνεχίσει να λειτουργεί σε καθεστώς αυξημένων δαπανών και γεωπολιτικής ανασφάλειας.
Η Allianz Research εκτιμά ότι η Ευρωζώνη ενδέχεται να απαιτεί έως και δύο χρόνια για να επιστρέψει σε πιο «κανονικούς» ρυθμούς ανάπτυξης και πληθωρισμού, ειδικά αν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα.
Στην περίπτωση της Ελλάδας, η κατάσταση είναι ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς η οικονομία εξαρτάται από εισαγωγές ενέργειας, τον τουρισμό και τις μεταφορές. Οι αυξήσεις σε καύσιμα, ακτοπλοΐα, τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα έχουν ήδη αρχίσει να επιδρούν στην οικονομία. Στο οικονομικό επιτελείο διαπιστώνεται ότι ακόμα και με αργή αποκλιμάκωση των τιμών, η πίεση στα νοικοκυριά θα είναι συνεχής, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εξέταση διατήρησης ή και επέκτασης των μέτρων στήριξης και μετά την κρίση.
Η κυρίαρχη εκτίμηση είναι ότι η Ελλάδα απαιτεί τουλάχιστον έναν ολοκληρωμένο οικονομικό κύκλο για να μπορέσει να απορροφήσει το πλήρες σοκ της ενέργειας. Αυτή ίσως να είναι η πιο ρεαλιστική εικόνα και για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία, κυρίως λόγω του αβέβαιου χρονικού διαστήματος μεταξύ της λήξης των πολεμικών συγκρούσεων και της επιστροφής στην κανονικότητα.
## Η άποψη του TechNoid.gr
Οι συνέπειες των γεωπολιτικών κρίσεων στη πραγματική οικονομία είναι συχνά πιο πολύπλοκες απ’ ότι φαίνονται αρχικά. Η αναγέννηση της οικονομίας μετά από ένα σοκ απαιτεί χρόνο και υπομονή, ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια. Είναι κρίσιμο οι κυβερνήσεις να προγραμματίσουν τη στρατηγική τους και να προετοιμαστούν για το μέλλον, ώστε να διασφαλίσουν τη σταθερότητα και την ευημερία των πολιτών τους. Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στην περιοχή, φαίνεται ότι η κεντρική πρόκληση για την οικονομία και τις αγορές θα είναι η διαχείριση των προσδοκιών και η αποδοχή των αλλαγών που έρχονται.

