Οι επιτροπές Εσωτερικής Αγοράς και Πολιτικών Ελευθεριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκριναν την κοινή τους θέση σχετικά με την πρόταση απλοποίησης της Πράξης για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AIA), με 101 ψήφους υπέρ και 9 κατά. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία στοχεύει στην αναβολή της ενεργοποίησης ορισμένων κανόνων που αφορούν τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης υψηλού κινδύνου, καθώς κρίθηκε ότι τα βασικά πρότυπα ενδέχεται να μην έχουν οριστικοποιηθεί έως την αρχική προθεσμία του Αυγούστου 2026. Μέσα από τις τροπολογίες τους, οι ευρωβουλευτές εισάγουν σταθερές ημερομηνίες εφαρμογής, επιδιώκοντας να διασφαλίσουν την προβλεψιμότητα και την ασφάλεια δικαίου για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στην ευρωπαϊκή αγορά, απλοποιώντας παράλληλα το ισχύον πλαίσιο.
Για τα συστήματα AI που ταξινομούνται ως υψηλού κινδύνου και περιλαμβάνουν τη χρήση βιομετρικών στοιχείων, κρίσιμων υποδομών, εκπαίδευσης ή επιβολής του νόμου, προτείνεται ως νέα ημερομηνία η 2α Δεκεμβρίου 2027. Παράλληλα, για τα συστήματα που καλύπτονται από την τομεακή νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ασφάλεια και την εποπτεία της αγοράς, η προτεινόμενη ημερομηνία μετατίθεται για τις 2 Αυγούστου 2028. Οι ευρωβουλευτές τάσσονται επίσης υπέρ της παροχής επιπλέον χρόνου στους παρόχους για τη συμμόρφωση με τους κανόνες υδάτοσημανσης σε περιεχόμενο ήχου, εικόνας και βίντεο, προτείνοντας μια σύντομη παράταση της σχετικής διορίας έως τον Νοέμβριο του 2026, αντί για τον Φεβρουάριο του 2027.
Περιορισμοί στη δημιουργία περιεχομένου και απαγορεύσεις
Μια σημαντική προσθήκη στη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί η εισαγωγή απαγόρευσης των λεγόμενων συστημάτων «nudifier», τα οποία χρησιμοποιούν τεχνολογία AI για τη δημιουργία ή την παραποίηση σεξουαλικά ρητών εικόνων. Η απαγόρευση αφορά περιπτώσεις όπου το παραγόμενο περιεχόμενο μοιάζει με αναγνωρίσιμο πραγματικό πρόσωπο και η επεξεργασία πραγματοποιείται χωρίς τη ρητή συγκατάθεσή του. Ο Michael McNamara, συνεισηγητής της επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, υπογράμμισε ότι ο συμβιβασμός αυτός ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των πολιτών για προστασία από τέτοιες πρακτικές. Η ρύθμιση αυτή στοχεύει στον περιορισμό της ψηφιακής κακοποίησης μέσω της αυστηρής νομοθετικής πλαισίωσης των εργαλείων επεξεργασίας, προστατεύοντας αποτελεσματικά την ιδιωτικότητα.
Η προτεινόμενη απαγόρευση δεν θα έχει εφαρμογή σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που ενσωματώνουν αποτελεσματικά μέτρα ασφαλείας, τα οποία εμποδίζουν τεχνικά τους χρήστες από τη δημιουργία τέτοιου είδους περιεχομένου. Ταυτόχρονα, οι ευρωβουλευτές επιδιώκουν να ενισχύσουν τη διαφάνεια στο ψηφιακό περιβάλλον, ζητώντας την εφαρμογή κανόνων για την υδάτοσημανση περιεχομένου AI που υποδεικνύουν με σαφήνεια την προέλευσή του. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε προτείνει αρχικά την παράταση αυτής της υποχρέωσης έως τον Φεβρουάριο του 2027, το Κοινοβούλιο προτείνει μια πιο άμεση ανταπόκριση, θέτοντας ως όριο τη 2α Νοεμβρίου 2026. Αυτή η προσέγγιση επιδιώκει την εξισορρόπηση μεταξύ της τεχνολογικής προσαρμογής και της ανάγκης για άμεση προστασία.
Διευκολύνσεις για επιχειρήσεις και μείωση γραφειοκρατίας
Προκειμένου να στηριχθεί η ανταγωνιστικότητα, η πρόταση περιλαμβάνει μέτρα για την υποστήριξη των μικρών επιχειρήσεων μεσαίας κεφαλαιοποίησης (SMCs), επεκτείνοντας τις διευκολύνσεις που ισχύουν για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η Arba Kokalari, συνεισηγήτρια της επιτροπής Εσωτερικής Αγοράς, τόνισε την ανάγκη για σαφείς κανόνες που δεν θα τιμωρούν τις εταιρείες που εισάγουν καινοτόμα χαρακτηριστικά σε ασφαλή προϊόντα. Επιπλέον, επιτρέπεται στους παρόχους υπηρεσιών να επεξεργάζονται προσωπικά δεδομένα για τον εντοπισμό και τη διόρθωση μεροληψίας στα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Η διαδικασία αυτή θα πραγματοποιείται υπό αυστηρές διασφαλίσεις και μόνο όταν κρίνεται απολύτως απαραίτητο για τη διασφάλιση της αντικειμενικότητας, προστατεύοντας παράλληλα τα δικαιώματα των χρηστών.
Η θέση των ευρωβουλευτών δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αποφυγή επικαλύψεων μεταξύ των τομεακών κανόνων ασφαλείας της Ένωσης και της Πράξης για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Υποστηρίζεται ότι οι υποχρεώσεις θα πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρές για προϊόντα που ρυθμίζονται ήδη από ειδική νομοθεσία, όπως τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα και ο ραδιοεξοπλισμός. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται να αντιμετωπίσει τυχόν κενά ενημερώνοντας τους αντίστοιχους κανόνες, ώστε να διασφαλιστεί η ενιαία εποπτεία της αγοράς. Αυτή η απλοποίηση θεωρείται κρίσιμη για τη μείωση του διοικητικού φόρτος των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε πολλαπλούς τομείς, ενισχύοντας παράλληλα την ασφάλεια των καταναλωτών μέσω ενός ξεκάθαρου ρυθμιστικού πλαισίου για την καινοτομία.
Διαδικασίες για την οριστικοποίηση του πλαισίου
Η διαδικασία για την οριστικοποίηση των νέων κανόνων αναμένεται να επιταχυνθεί το επόμενο διάστημα, με την έγκριση της εντολής του Κοινοβουλίου στην ολομέλεια. Η σχετική ψηφοφορία στην ολομέλεια έχει προγραμματιστεί για τις 26 Μαρτίου 2026, γεγονός που θα σηματοδοτήσει την έναρξη των διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η νομοθεσία αυτή αποτελεί τμήμα του έβδομου «πακέτου omnibus» για την απλοποίηση, το οποίο παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Νοέμβριο του 2025. Στόχος των θεσμικών οργάνων είναι η επίτευξη ενός συμβιβασμού μεταξύ των κρατών μελών, που θα επιτρέψει την ομαλή ενσωμάτωση των ψηφιακών κανόνων στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, αποφεύγοντας τον κατακερματισμό.
Το παρόν νομοθετικό έργο συνδέεται άμεσα με άλλες πρωτοβουλίες που εξετάζει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως η πρόταση για τη δημιουργία ευρωπαϊκών επιχειρηματικών πορτοφολιών. Παράλληλα, συνεχίζονται οι εργασίες για το ψηφιακό πακέτο που αφορά την τροποποίηση των νόμων για τη χρήση και την προστασία των δεδομένων. Αυτές οι κινήσεις εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εκσυγχρονίσει το ψηφιακό της οπλοστάσιο, μειώνοντας τον κατακερματισμό μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών. Η ολοκλήρωση αυτών των διαδικασιών θεωρείται απαραίτητη για την τόνωση των επενδύσεων και τη διευκόλυνση της χρήσης της τεχνητής νοημοσύνης σε ένα ασφαλές και προβλέψιμο περιβάλλον για όλους τους πολίτες.
