Πριν από περίπου 66 εκατομμύρια χρόνια, η Γη υπήρξε μάρτυρας μιας από τις πιο καταστροφικές φυσικές καταστροφές στην ιστορία της. Η σύγκρουση ενός γιγαντιαίου αστεροειδούς με τον πλανήτη μας είχε ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση περίπου του 75% των γνωστών ειδών. Το γεγονός αυτό, το οποίο επηρεάζει μέχρι σήμερα την εξέλιξη της ζωής, άλλαξε δραματικά το κλίμα και τα οικοσυστήματα του πλανήτη.
Αν και η καταστροφή ήταν καθολική, πολλά μικρότερα ζώα κατόρθωσαν να επιβιώσουν και να γίνουν οι πρόγονοι των οικοσυστημάτων που γνωρίζουμε σήμερα. Μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε από παλαιοντολόγους έδειξε ότι το μέγεθος είχε καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση αυτών των ειδών. Τα μεγάλα φυτοφάγα και τα αρπακτικά, λόγω των αυξημένων αναγκών σε τροφή, δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν από το ατύχημα.
Αντίθετα, μικρότερα ζώα όπως τα πρώτα θηλαστικά, οι σαύρες και οι χελώνες, βρήκαν καταφύγιο σε λαγούμια και στο νερό, μειώνοντας τον κίνδυνο από θερμικές ή άλλες περιβαλλοντικές απειλές. Τα πρώτα πτηνά, οι πρόγονοι των σημερινών πουλιών, επωφελήθηκαν από την ικανότητά τους να πετούν γρήγορα και την ταχεία ανάπτυξη των νεοσσών τους.
Η τροφική αλυσίδα επηρεάστηκε δραματικά από τις νέες συνθήκες. Με τη φωτοσύνθεση να καταρρέει λόγω της σκόνης που χύθηκε στην ατμόσφαιρα, οι φυτοφάγοι βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση. Από την άλλη, τα είδη με πιο ευέλικτη διατροφή είχαν υψηλότερες πιθανότητες επιβίωσης. Ζώα που μπορούσαν να τρέφονται με σπόρους, έντομα ή οργανικά υπολείμματα κατάφεραν να προσαρμοστούν σε αυτές τις δύσκολες εποχές.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι παραμένουν πολλές άγνωστες παράμετροι σχετικά με το πώς και γιατί ορισμένα είδη θηλαστικών κατέληξαν να κυριαρχούν στη Γη μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων. Ο αριθμός των παραγόντων που συνέτειναν στην επιβίωση είναι σύνθετος, και η αποδοχή της αβεβαιότητας σε ορισμένα ζητήματα παραμένει κρίσιμη για τη κατανόηση της εξελικτικής πορείας της ζωής στη Γη.

